Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008

Οι ομπρέλες






Γιώργος Ζογγολόπουλος «Ομπρέλες»


Η Θεσσαλονίκη «εξοπλίζεται», όχι μόνο με έργα πολιτιστικής υποδομής, αλλά και με έργα εικαστικής δημιουργίας, όπως είναι οι «Ομπρέλες» του Γιώργου Ζογγολόπουλου, που εγκαταστάθηκαν στο πλακόστρωτο της νέας παραλίας. Η μεγάλη κατασκευή από ανοξείδωτο χάλυβα, δεσπόζει στο πλακόστρωτο κοντά στο ξενοδοχείο «Μακεδονία Παλάς» και θα παραμείνει εκεί, όχι μόνο καθ’ όλη τη διάρκεια του 1997, έτος, που η Θεσσαλονίκη είναι Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, αλλά μόνιμα αποτελώντας, πλέον, ένα ξεχωριστό σημείο αναφοράς για την πόλη.
Κατασκευή ποιητική, έκφραση της ανεξάντλητης ζωντάνιας του δημιουργού της, προκαλεί το έντονο ενδιαφέρον των κατοίκων και των επισκεπτών της Θεσσαλονίκης, αφού πολλοί φωτογραφίζονται μπροστά στο ύψους δεκατριών μέτρων έργο. Σε συνδυασμό, δε, με τις εποχές και την εναλλαγή των καιρικών συνθηκών και φαινόμενων, δίνει διαφορετική κάθε φορά εικόνα στο χώρο και στο περιβάλλον.
Οι «Ομπρέλες» προκάλεσαν ενθουσιασμό στους κατοίκους της Βενετίας, όπου παρουσιάστηκε το έργο στην 46η Biennale, για τον εορτασμό των εκατό χρόνων του θεσμού.
Ενθουσιασμένος από το χώρο, όπου στήθηκαν οι «Ομπρέλες» του δήλωσε ο Γιώργος Ζογγολόπουλος, ο οποίος χαρακτήρισε τη θέση ως ιδεώδη για το σκοπό αυτό. «Στην Βενετία βρισκόταν μέσα στη θάλασσα, κάτω από το κράσπεδο, ενώ εδώ υπάρχει άπλα, χώρος και μεγάλος ορίζοντας, που κάνει το έργο να φαίνεται ότι είναι βγαλμένο από δω» σημείωσε. Το έργο, τοποθετημένο σε ένα σημείο της πόλης, όπου το βλέμμα φτάνει μακριά, χωρίς να διακόπτεται η παρατήρηση από οποιοδήποτε εμπόδιο, θα δημιουργεί στον επισκέπτη διαφορετικά κάθε φορά συναισθήματα, καθώς θα το συνδυάζει με τον γκρίζο συννεφιασμένο ουρανό, με το χειμωνιάτικο ψιλόβροχο, με την ομίχλη που καλύπτει τα πάντα, αλλά και με τον καθαρό ηλιόλουστο ουρανό —αποτέλεσμα του βαρδάρη, που αποκαλύπτει στον παρατηρητή τις ακτές της Κατερίνης και τον χιονισμένο Όλυμπο— και με το ηλιοβασίλεμα, την ώρα που ο ήλιος χάνεται στα νερά του Θερμαϊκού και χρωματίζει τον ουρανό της Θεσσαλονίκης με μοναδικό τρόπο.
Ο δυνατός αέρας, που πνέει αρκετές φορές στην περιοχή της νέας παραλίας ήταν ένα στοιχείο, που προβλημάτισε τον καλλιτέχνη. Αντιμετωπίστηκε, τελικά, με την τοποθέτηση ορισμένων μεταλλικών γραμμών, που μοιάζουν με βροχή, αλλά εξυπηρετούν και στη στήριξη του έργου. Ένα ακόμη στοιχείο της τοποθέτησης του έργου στη νέα παραλία, είναι ότι για πρώτη φορά παρουσιάζεται φωτισμένο, ύστερα από ειδική μελέτη που έγινε για το σκοπό αυτό. Το αποτέλεσμα προκάλεσε την μεγάλη ικανοποίηση του καλλιτέχνη, που για πρώτη φορά το βλέπει να φωτίζεται τη νύχτα. «Υπάρχει μια μαγεία, που μου προκαλεί κατάπληξη και με ικανοποιεί. Οι ‘’Ομπρέλες’’ δείχνουν να αιωρούνται στο μαύρο φόντο» δήλωσε με εμφανή ευχαρίστηση. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκαν ειδικοί λευκοί προβολείς με κάθετες δέσμες στενής μοίρας, που όταν φτάνουν στα εννέα μέτρα αγκαλιάζουν μόνο τις ομπρέλες και κάνουν τους χοντρούς κάθετους όγκους να φαίνονται σαν βροχή.
«Υπάρχει πάντα σε έναν καλλιτέχνη, για το έργο που κάνει και αν το αγαπάει, ένα όραμα. Να το δει τοποθετημένο στη θέση που επιθυμεί. Το έργο έχει πάντα την ανάγκη του δικού του ζωτικού χώρου. Δεν μπορεί να επιζήσει οπουδήποτε. Η πρώτη φάση του ζωτικού χώρου για τις ‘’Ομπρέλες’’ ήταν η Μπιενάλε της Βενετίας, όπου το έβαλα μέσα στη θάλασσα και πραγματικά εκεί ‘’έζησε’’ και είχε μια απήχηση. Εδώ στη Θεσσαλονίκη, είναι πολύ καλύτερα. Δεν ξέρω τι συμβαίνει. Φταίει ο μεγάλος ορίζοντας, οι προοπτικές, αυτό το αυστηρό πλακόστρωτο της παραλίας; Υπάρχει ένα στίγμα που με ενδιέφερε πάρα πολύ και μ’ άρεσε πάρα πολύ».
«Τη νύχτα δε,» προσθέτει ο Γιώργος Ζογγολόπουλος, «ο φωτισμός δημιουργεί μια μαγευτική εικόνα, την οποία, μόλις πρωτοαντίκρυσα, έμεινα εμβρόντητος. Με τις ‘’Ομπρέλες’’ μέσα στο μαύρο φόντο του ορίζοντα να είναι σαν όνειρο. Αυτό είναι και το πρόσθετο στοιχείο. Έχουμε μια φάση βραδινή του έργου, απίθανη σε μαγεία, και το δεύτερο ότι μπήκαν και κάποιες οριζόντιες γραμμές, που πρέπει να υπάρχουν γιατί βοηθούν στην στατικότητα του έργου στον αέρα, που αποτέλεσαν ένα στοιχείο πλαστικότητας, δημιουργούν μια πλαστική σύνθεση.»
Όσον αφορά στις ιδιαίτερες εργασίες, που απαιτούσε η εγκατάσταση του έργο στη Θεσσαλονίκη σημείωσε ότι: «Αυτό το έργο ξεπερνάει την κλίμακα μιας κατασκευής ανθρώπινης. Ένας γλύπτης μπορεί να δουλέψει ένα έργο ως τρία μέτρα. Μετά αρχίζει ένα είδος συνεργασίας για να μεγαλώσει το έργο. Ερχόμενος στη Θεσσαλονίκη, η συνεργασία αυτή έγινε με όλο το τεχνικό προσωπικό του Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας, οι οποίοι φάνηκαν πάρα πολύ δραστήριοι, ώστε μέσα σε λίγες μέρες να στηθεί το έργο. Έγιναν κάποιες θεμελιώσεις, γιατί υπήρχε η ανάγκη στερέωσής του, μελετήθηκε η κάτοψη, ο κύκλος της βάσης, ο οποίος πέτυχε ως σύνθεση, έγινε εδώ, όπως και το κάγκελο που τοποθετήθηκε από την πλευρά της θάλασσας. Όλα αυτά σχεδιάστηκαν εδώ και οφείλω να ευχαριστήσω και να αναγνωρίσω τη συνεισφορά όλων αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι δούλεψαν πυρετωδώς για να τελειώσει μέσα σε δύο μέρες η εγκατάσταση του έργου.»
Αναφερόμενος στις «Ομπρέλες» ο Γιώργος Ζογγολόπουλος είπε: «Δεν είναι τυχαίο. Υπάρχει ένας ρυθμός με τις κατακόρυφες κολώνες και με τις ομπρέλες. Έχει κάποια σύνθεση το έργο. Υπάρχουν ορισμένα πράγματα που έχουν να κάνουν με νούμερα. Ο κόσμος πρέπει να δει και να το ξαναδεί. Να το φανταστεί».
Όσον αφορά στο ερέθισμα για τη δημιουργία του έργου, αυτό ήταν, όπως είπε, «το καλλιτεχνικό». «Η γλυπτική γίνεται με όγκους πολλούς, γίνεται και με γραμμές. Γλυπτική είναι σήμερα και μία σκιά. Δεν ορίζεται μόνο στον όγκο, στο μασίφ. Υπάρχει κάποια εξέλιξη και σιγά-σιγά φτάνει κάποιος να κάνει πράγματα με τις γραμμές. Δεν εξαρτάται από τον όγκο.» Έφερε ως παράδειγμα τη δουλειά του Τζακομέτι, ο οποίος, όπως είπε ο Γιώργος Ζογγολόπουλος, δουλεύει με λεία κατακόρυφη γραμμή, αλλά και με το κενό. «Έτσι τα πράγματα είναι λίγο πιο δύσκολα στη συνεννόηση, αλλά αν τα προσέξεις έχουν κάποια σημασία πλαστική».
Το έργο του Γιώργου Ζογγολόπουλου, που έχει εγκατασταθεί στην παραλία, ολοκληρώνει με τον πιο σημαντικό τρόπο, τον κύκλο ζωής ενός γλύπτη στην πόλη μας, από τη στιγμή που στήθηκε πριν από 30 χρόνια το πρώτο γλυπτό του στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.