Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2008

Χριστούγεννα «χωρίς κόσμον»

( από το βιβλίο Νοσταλγικές αναμνήσεις- Ι. Μ. Παρακλήτου)

…το πρόγραμμα μου άλλαξε , όταν ο πνευματικός μου επέμεινε να παραμείνω στην αγρυπνία των Χριστουγέννων και στο πανηγύρι της καλύβης τους, αφού το παρεκκλήσιο τους ήταν αφιερωμένο στην Γέννηση του Χριστού. Ο Γέροντας μου άλλωστε είχε δώσει ευλογία για κάτι τέτοιο.
Την άλλη μέρα μαζί με τον υποτακτικό του πνευματικού μου, π. Συμεών, εκάναμε μια σχετική καθαριότητα της καλύβης, εν όψει της πανηγύρεως. Αργά το απόγευμα άρχισαν να έρχωνται οι γύρω ασκηταί για να γιορτάσουμε όλοι μαζί τα Χριστούγεννα.
Καθισμένος σ’ ένα μικρό εξώστη, έβλεπα τους ερημίτας, που κατέβαιναν από τα βράχια άλλοι από τις κρεμαστές σκάλες και άλλοι από τις αλυσίδες, ο ένας πίσω από τον άλλο, αξέχαστο θέαμα. Νέοι, μεσήλικες, γεροντάκια, αποτελούσαν μια χρυσή, ζωντανή αλυσίδα πανηγυριστών με τους παλιούς λερωμένους ντορβάδες στην πλάτη , με ζωστικά και ράσα χιλιομπαλωμένα. Τα πρόσωπο τους είχε μια σεμνή , σοβαρή έκφραση. Χαιρετούσαν ένας – ένας με βαθειά υπόκλιση και έπαιρναν την θέση τους στο μικρό παρεκκλήσιο της Γεννήσεως του Κυρίου.
«Αυτοί οι άνθρωποι, ο εκλεκτός του Κυρίου λαός, τα αγαπημένα παιδιά του Θεού, είναι εκείνοι που θα λάβουν μέρος στην αποψινή αγρυπνία.» μονολογούσα.
Εσήμανε μια μικρή καμπάνα και άρχισε η αγρυπνία. Το κρύο ήταν τσουχτερό. Όλοι ήσαν σφιχτά τυλιγμένοι στα πτωχικά τους ράσα. Το κουκούλιο δεν εκάλυπτε απλώς το κεφάλι, αλλά ήταν κατεβασμένο όσο γινόταν πιο χαμηλά. Μερικοί, όπως ο γέρων Βαρθολομαίος και ο πνευματικός μου, ήξεραν καλά τα μουσικά. Ένας από τους νεώτερους ανέλαβε διαβαστής. Δυο-τρία καντηλάκια κι’ ένας πτωχός πολυέλεος με αγνό κερί φώτιζαν γλυκά το σκοτάδι. Όλα απλά, απέριττα, ασκητικά.
Ένοιωθα τον εαυτό μου ξένο και αταίριαστο σ’εκείνο το πεντακάθαρο περιβάλλον. Εγώ ήμουν άνθρωπος με πολλές αδυναμίες και αμαρτίες, τις οποίες προ καιρού είχα αποθέσει στα πόδια του πνευματικού μου, κατά την πρώτη μου εξομολόγηση. Δεν ήμουν όμως ένας ξένος αδιάφορος για ότι συνέβαινε γύρω μου. Διψούσα να μάθω περισσότερα πράγματα για τους ασκητάς, πως αγρυπνούν, πως προσεύχονται, πως κοινωνούν.
Το άγιο Βήμα του μικρού ναού ήταν σφηνωμένο μέσα στο βράχο. Ο κυρίως ναός εξείχε από την κοιλότητα του βράχου και έφτανε μέχρι το άκρο μιας πεζούλας, από την οποία έβλεπες κατακόρυφα σχεδόν, την θάλασσα. Καθώς η αγρυπνία προχωρούσε, το κρύο γινόταν ολοένα πιο αισθητό. Ο άνεμος εσφύριζε, τα κύματα βογκούσαν κτυπώντας αλύπητα τα βράχια. Η θάλασσα έμοιαζε με ένα αεικίνητο, αδάμαστο θηρίο. Η ακόλουθη σκηνή θα μείνει ανεξίτηλη στην μνήμη μου. Ένας λευκογένης ασκητής, πολύ ηλικιωμένος, δεν φορούσε παπούτσια. Κρύωνε υπερβολικά και είχε τυλίξει τα πόδια του με τσουβάλια. Κάποια στιγμή πλησίασε στην υποτυπώδη θερμάστρα που υπήρχε εκεί και προσπάθησε να θερμάνει τα κοκαλιασμένα πόδια του. Μένοντας όμως εκεί για αρκετή ώρα απορροφημένος στην προσευχή, χωρίς να αντιληφθεί, τα τσουβάλια πύρωσαν, άρπαξαν φωτιά και άρχισαν να καίγονται. Οι νεώτεροι τρέξαμε αμέσως και σβήσαμε την φωτιά. Ευτυχώς τα πόδια του γέροντος δεν έπαθαν εγκαύματα. Εκτός από εμάς που τρέξαμε αμέσως για να τον βοηθήσουμε, οι άλλοι πατέρες δεν έκαναν καμία κίνηση. Ίσως και να μην αντελήφθησαν τον γεγονός. Αφοσιωμένοι στην λατρεία του Θεού, συνέχισαν την αγρυπνία με το κεφάλι σκυμμένο στο στήθος και με το κομποσκοίνι στο χέρι που δούλευε ακούραστα..
Τελείωσε ο όρθρος και άρχισε η Θ. Λειτουργία. Η ώρα πλησίαζε. Ο Κύριος εγγύς. Πολλά μάτια τα έβλεπα να τον υποδέχονται με δακρύροη κατάνυξη. Μερικοί ήταν σκυμμένοι τόσο βαθειά ώστε δεν έβλεπες το πρόσωπο τους.
- «Πρόσχωμεν! Τα άγια τοις αγίοις» ακούστηκε η φωνή του λειτουργού.
Από την ώρα εκείνη οι πατέρες ένας – ένας κατά σειρά αρχαιότητας άρχισαν να βάζουν την καθιερωμένη μετάνοια της συγνώμης προς τον Θεό και προς τους παρόντες αδελφούς. Στο «Μετά φόβου» πλησίασαν ο ένας πίσω από τον άλλον για να λάβουν τον ουράνιο Μαργαρίτη.
Ευχαρίστησα ολόθερμα τον Κύριο για την πολύτιμη αυτή ευκαιρία, να δω και να απολαύσω πως κοινωνούν οι ασκηταί. Ήταν ένα θέαμα μοναδικό. Τέλος προσήλθα και εγώ σαν «δούλος» και όχι σαν «υιός» όπως οι πατέρες.
Η ουράνια εκείνη μυσταγωγία σε λίγο είχε τελειώσει. Κατόπιν προσεφέρθει και καφές. Ενώ διακονούσα στο κέρασμα πρόσεχα και απεθεύμαζα τους ασκητάς με την διάθεση του αρχαρίου. Θαύμαζα για την τάξη που είχαν οι κινήσεις τους, τις συζητήσεις, την εν γένει συμπεριφορά τους. Πράγματι, σκεπτόμουν η έρημος δεν δημιουργεί μόνο αγίους αλλά και σταθερά πειθαρχημένους και ολοκληρωμένους ανθρώπους.
Επακολούθησε η τράπεζα. Λίγο ρύζι και βακαλάος που είχε στείλει η συνοδεία μας, ήταν το πανηγυρικό Χριστουγεννιάτικο φαγητό. Οι ασκηταί έτρωγαν σιωπηλοί και άκουγαν την ανάγνωση. Ο νους ήταν δοσμένος στο λόγο του Θεού και την προσευχή, όχι στο φαγητό. Κανείς δεν σήκωνε κεφάλι να κοιτάξει δεξιά η αριστερά. Καθένας που τελείωνε, περίμενε υπομονετικά με το βλέμμα στραμμένο στο στήθος. Ποιος ξέρει πόσο καιρό είχαν να γευθούν βακαλάο!
Μετά την τράπεζα, η ευλογημένη εκείνη ομήγυρης διαλύθηκε. Δεν αξιώθηκα να παρευρεθώ και άλλη φορά σε παρόμοια ασκητική πανηγυριακή σύναξη. Η ευκαιρία αυτή όμως έγινε αφορμή, να επισκέπτομαι πιο τακτικά τα Καρούλια. Αργότερα μάλιστα έμεινα εκεί για ένα εξάμηνο. Ήταν μια περίοδος πνευματικού αναβαπτισμού. Αληθινό θείο δώρο.